Την ακύρωση του διατάγματος κατακράτησης τριών ηλεκτρονικών συσκευών που περιέχουν οπτικοακουστικό υλικό από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Μονής Οσίου Αββακούμ στο Φτερικούδι αποφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι το διάταγμα εκδόθηκε χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση και καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Με απόφαση ημερομηνίας 3 Νοεμβρίου 2026, το Ανώτατο έκανε δεκτούς τρεις από τους τέσσερις λόγους έφεσης που είχε προβάλει ο τέως ηγούμενος της Μονής, μοναχός Νεκτάριος, ακυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και εκδίδοντας προνομιακό ένταλμα Certiorari για ακύρωση του διατάγματος. Απέρριψε, ωστόσο, τον τέταρτο λόγο έφεσης, που αφορούσε ζητήματα νομιμότητας και αναλογικότητας της κατακράτησης και επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, οι τρεις συσκευές είχαν παραδοθεί οικειοθελώς στην Αστυνομία από τον Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα, ο οποίος είχε πρόσβαση σε αυτές. Η κατακράτησή τους διατάχθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 3 Ιουλίου 2025, έπειτα από αίτηση της Αστυνομίας, για σκοπούς διερεύνησης καταγγελιών που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, φερόμενες παραβιάσεις του περί της προστασίας φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων Νόμου.
Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, ο Μητροπολίτης Ταμασσού προέβη σε καταγγελία για τη διάπραξη αδικημάτων οικονομικής φύσης από τον εφεσείοντα, καθώς τα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του κατόπιν πληροφόρησης του Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα, ο οποίος είχε πρόσβαση στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Μονής.
Παράλληλα, κάποιοι μοναχοί της Μονής, συμπεριλαμβανομένου και του μοναχού Νεκτάριου, είχαν καταγγείλει τον Μητροπολίτη Ταμασσού, τον Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα και άλλα πρόσωπα για διάφορα ποινικά αδικήματα, τα οποία αφορούσαν, μεταξύ άλλων, αδικήματα παραβίασης του περί της προστασίας φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων Νόμου και κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκαν εις βάρος τους στην Μονή και στην Μητρόπολη Ταμασσού.
Το Ανώτατο έκρινε ότι, εφόσον οι συσκευές δεν είχαν κατασχεθεί στο πλαίσιο νόμιμης έρευνας, αλλά παραδόθηκαν οικειοθελώς στην Αστυνομία, δεν εφαρμοζόταν το άρθρο 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, το οποίο προβλέπει την κατακράτηση ή διάθεση πραγμάτων που κατασχέθηκαν δυνάμει εντάλματος έρευνας, βάσει του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα κατακράτησης.
«Είναι σαφές κατά την κρίση μας ότι το διάταγμα κατακράτησης εκδόθηκε χωρίς νομική εξουσιοδότηση και καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας», σημείωσε.
Ωστόσο, το δικαστήριο συμπλήρωσε ότι η ακύρωση του διατάγματος δεν σημαίνει ότι η Αστυνομία στερείται του δικαιώματος να κατέχει τις συσκευές, αφού αυτές της παραδόθηκαν οικειοθελώς.
«Πρέπει να σημειώσουμε ότι η πιο πάνω κατάληξη μας δεν επηρεάζει το δικαίωμα κατοχής από την Aστυνομία των επίδικων τεκμηρίων. Θεωρούμε ορθή την πρωτόδικη κρίση ότι η Αστυνομία είχε νόμιμο δικαίωμα κατοχής των επίδικων αντικειμένων που της παραδόθηκαν οικειοθελώς», επεσήμανε.
Το Ανώτατο σημείωσε επίσης ότι το κατά πόσο το συγκεκριμένο υλικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία σε ενδεχόμενη ποινική διαδικασία αποτελεί διαφορετικό ζήτημα, το οποίο δεν μπορούσε να κριθεί στο πλαίσιο της αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η κατοχή των συσκευών από την Αστυνομία δεν συνεπάγεται αυτομάτως «πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία του εφεσείοντα ή δίδει δικαίωμα στην Αστυνομία να έχει τέτοιου είδους πρόσβαση», απορρίπτοντας τον τελευταίο λόγο έφεσης.
«Εκδίδεται ενόψει των πιο πάνω προνομιακό ένταλμα Certiorari με το οποίο ακυρώνεται το εκδοθέν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, δυνάμει του άρθρου 32 του Κεφ.155, διάταγμα κατακράτησης των επίδικων τεκμηρίων», κατέληξε το Ανώτατο.
πηγή: ΚΥΠΕ

